ακόνα

η
1. μεγάλο ακόνι
2. είδος παιχνιδιού
ο νικημένος σήκωνε στην πλάτη και στους ώμους τον νικητή.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μεγεθυντικός τύπος τού ουσιαστικού ακόνι].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀκόνα — ἀκόνᾱ , ἀκόνη whetstone fem nom/voc/acc dual ἀκόνᾱ , ἀκόνη whetstone fem nom/voc sg (doric aeolic) ἀ̱κόνᾱ , ἀκονάω sharpen imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀκόνᾱ , ἀκονάω sharpen pres imperat act 2nd sg ἀκόνᾱ , ἀκονάω sharpen imperf ind… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκονᾷ — ἀκονάω sharpen pres subj mp 2nd sg ἀκονάω sharpen pres ind mp 2nd sg (epic doric aeolic) ἀκονάω sharpen pres subj act 3rd sg ἀκονάω sharpen pres ind act 3rd sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 'κόνα — ἀκόνᾱ , ἀκόνη whetstone fem nom/voc/acc dual ἀκόνᾱ , ἀκόνη whetstone fem nom/voc sg (doric aeolic) ἀ̱κόνᾱ , ἀκονάω sharpen imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) ἀκόνᾱ , ἀκονάω sharpen pres imperat act 2nd sg ἀκόνᾱ , ἀκονάω sharpen imperf ind… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκόναν — ἀκόνᾱν , ἀκόνη whetstone fem acc sg (doric aeolic) ἀ̱κόνᾱν , ἀκονάω sharpen imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἀ̱κόνᾱν , ἀκονάω sharpen imperf ind act 1st sg (doric aeolic) ἀκόνᾱν , ἀκονάω sharpen imperf ind act 3rd pl (doric aeolic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκόνας — ἀκόνᾱς , ἀκόνη whetstone fem acc pl ἀκόνᾱς , ἀκόνη whetstone fem gen sg (doric aeolic) ἀ̱κόνᾱς , ἀκονάω sharpen imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) ἀκόνᾱς , ἀκονάω sharpen imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκονάσθω — ἀκονά̱σθω , ἀκονάω sharpen pres imperat mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκονάτω — ἀκονά̱τω , ἀκονάω sharpen pres imperat act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περίθλαση — Φυσικό φαινόμενο που οφείλεται στην απόκλιση ενός κύματος από την ευθύγραμμη διάδοση και παρατηρείται όταν το κύμα αυτό διέρχεται μέσω οπών ή προσκρούει σε εμπόδια, οι διαστάσεις των οποίων είναι της τάξης του μήκους του κύματος. Η π. συναντάται… …   Dictionary of Greek

  • Ναξία λίθος — Πολύ σκληρή πέτρα, που χρησιμοποιείτο ως ακονόπετρα. Αναφέρεται από πολλούς συγγραφείς και ιδιαίτερα από τον Πίνδαρο ως Ναξία ακόνα. Υποτίθεται πως η πέτρα αυτή υπήρχε στη νήσο Νάξο, αλλά αξιόπιστες πηγές αναφέρουν ότι προερχόταν από την αρχαία… …   Dictionary of Greek

  • ἀκονᾶν — ἀκόνη whetstone fem gen pl (doric aeolic) ἀκονάω sharpen pres part act masc voc sg (doric aeolic) ἀκονάω sharpen pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) ἀκονάω sharpen pres part act masc nom sg (doric aeolic) ἀκονᾶ̱ν , ἀκονάω sharpen… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.